7 min read

The story can be resumed

Η συνάντηση είχε καθοριστεί για τις 20:15. Έφτασε στην ώρα του. Εκείνη είχε φτάσει λίγο νωρίτερα, τον περίμενε καθισμένη στα σκαλάκια. Την πλησίασε, σχεδόν ανέκφραστος. Εκείνη, μόλις τον αντίκρισε σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος του. «Γειά σου» , του είπε, αφήνοντας ένα χαμόγελο να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου της, προδίδοντας τόσο τη χαρά όσο και την αμηχανία της. Εκείνος, δεν μίλησε. Δεν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Ήξερε πως αν απαντούσε και αυτός με ένα «γεια», ένα «καλησπέρα», η οτιδήποτε παρεμφερές θα σηματοδοτούσε την αρχή μίας συνάντησης που είχε αργήσει πολύ να γίνει και προς το παρόν η μόνη του άμυνα ήταν να ζει όσο μπορούσε σε ένα δικό σου αόριστο χωροχρόνο. Αποφάσισε λοιπόν να απαντήσει, «Πάμε από δω; Να περπατήσουμε». Εκείνη συμφώνησε και ξεκίνησαν να βηματίζουν. Παράξενο πως χάνεται ο χρόνος αλλά και ο χώρος  όταν βρίσκεσαι με κάποιον με τον οποίο θέλεις να είσαι εκείνη τη στιγμή, παρόλο που δεν έχεις ιδέα προς τα που πας και που θα καταλήξεις. Έτσι και αυτές οι δύο φιγούρες  δεν παρατήρησαν τον χρόνο που έπινε το απογευματινό του καφεδάκι σε ένα καφέ που προσπέρασαν στο διάβα τους, μόνο περπατούσαν αποκομμένες από οτιδήποτε συνέβαινε γύρω τους κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων. Το «περί ανέμων» καθόριζε την πορεία τους, το «και υδάτων» έμελε να το νιώσουν σύντομα στα κεφάλια και τα παλτά τους.

Οι πρώτες βροντές ακούστηκαν λίγα δευτερόλεπτα αφού είχαν απομακρυνθεί από το σημείο συνάντησης. Τα μπουμπουνητά που έσκαγαν μέσα τους όμως ήταν πιο δυνατά. Ακολούθησαν και άλλα μπουμπουνητά, φύση γεννώμενα και κάπου μεταξύ πέμπτου και έκτου ξεκίνησαν οι πρώτες ψιχάλες να κάνουν ελεύθερη πτώση από τα σύννεφα. Tαυτόχρονα οι δύο πιστολέρο, ακινητοποιήθηκαν και με την ίδια κίνηση έκαναν να βρουν την ομπρέλα στην τσάντα τους. Εκείνος νίκησε. Την κράτησε στο αριστερό χέρι, την άνοιξε, το δεξί χέρι έπιασε εκείνη από την μέση, την τράβηξε κοντά του και τοποθέτησε το αριστερό χέρι όσο πιο κοντά της μπορούσε για να προστατεύεται και αυτή από τους μικρούς αλεξιπτωτιστές. Ίσως εκείνος να βρεχόταν λίγο παραπάνω, δεν έδωσε σημασία, συναισθηματικό ένστικτο της δικής της επιβίωσης. «Έχω κι εγώ», του είπε εκείνη. «Πλεονασμός! Δώσε την σε κάποιον που δεν έχει. Eμείς έχουμε!», της απάντησε. Δεν χρειάστηκε παραπάνω λόγους για να πειστεί, του χαμογέλασε, τον κράτησε αγκαζέ, η ομπρέλα μεταφέρθηκε στο δεξί του χέρι για πρακτικούς λόγους, η ισορροπία είχε επανέλθει και οι δύο φιγούρες συνέχισαν το περπάτημα τους, αν και η σκιά που αφήναν πίσω τους έδειχνε σαν μία κάτω από την ομπρέλα.

Η βροχή μέσα στα επόμενα λεπτά δυνάμωσε, το κρύο είχε αρχίσει να τρυπώνει από τις χαραμάδες των ρούχων τους, προκαλώντας στο δέρμα  πτώση θερμοκρασίας. Αποφάσισαν να χωθούν σε ένα καφέ λίγο πιο κάτω. Τα ζεστά ροφήματα επαναφέρανε κάπως το αίμα στους βαθμούς του και η συζήτηση συνεχίστηκε ανάμεσα σε μία ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, ανολοκλήρωτες αλήθειες και συναισθήματα που είχαν μάθει να κρύβονται καλά.

Η ώρα πέρασε γρήγορα, όπως περνάει πάντα όταν δεν θες να περάσει. Ακριβώς όπως περνά από δίπλα σου και η ζωή, μπορεί να είναι καλή μαζί σου αλλά σου παίρνει τις όμορφες στιγμές πριν καλά καλά καταλάβεις πότε συνέβη τι! Σηκώθηκαν να φύγουν. Οι καρδιές είναι βαριές και ασήκωτες όταν πράττουν ενάντια στις επιθυμίες τους, πέφτουν όμως και αυτές θύματα των πρέπει. Στον έξω κόσμο, σταγόνες συνέχιζαν να πέφτουν με λιγότερη ένταση και πυκνότητα, η ομπρέλα όμως ήταν ακόμη απαραίτητη και εκείνος φρόντισε, ετοιμοπόλεμος όπως ήταν, να την ανοίξει πρώτος. Εκείνη τον προσπέρασε με γρήγορα βήματα, πέρασε τον δρόμο απέναντι και σταμάτησε μπροστά στο περίπτερο. Την παρατηρούσε καθώς επέστρεφε, ερχόταν κατά πάνω του με ταχύτητα προσπαθώντας να γλιτώσει όσες σταγόνες μπορούσε. Αν βρισκόταν στην έρημο, θα ορκιζόταν πως ήταν όραμα, από εκείνα που σε κάνουν να ξεχνάς την δίψα και την πείνα ,γιατί κάνουν την καρδιά σου να χτυπάει τόσο δυνατά στέλνοντας το αίμα παντού για να εξισορροπήσει όλες τις αισθήσεις και να τις απογειώσει. Μια σταγόνα στο πρόσωπο του τον επανέφερε στην πραγματικότητα, ακριβώς τη στιγμή που εκείνη βρέθηκε μπροστά του, προσφέροντας του ένα εισιτήριο. Εκείνος, έπιασε το εισιτήριο, μαζί με το χέρι της, και δεν άφησε τίποτα από τα δύο. Σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε το δικό του να την διαπερνάει σαν κοφτερή λεπίδα, λες και τα μάτια του είχαν μεταμορφωθεί σε μικροσκοπικούς πολεμιστές σαμουράι που εξαπέλυαν τις κατάνες τους προς το μέρος της. Ακόμα και υπό την απειλή του όπλου, η καρδιά δεν χάνει το θάρρος της. Τον πλησίασε, ένα λεπτό στρώμα αέρα χώριζε τα χείλη της από τα δικά του, όταν πήρε την απόφαση να τα ενώσει με τα δικά της. Τον φίλησε. Δεν ήταν θέμα ανταπόδοσης, ότι εκείνος ούτε τραβήχτηκε, ούτε σταμάτησε την πράξη. Ήταν τα χείλη της, που σαν δυο υγρά φλεγόμενα βαμβάκια, ήρθαν να ζεστάνουν τα δικά του, ήταν η γλώσσα της που σαν καραμελωμένο πυροτέχνημα έσκασε στον ουρανίσκο του, ήταν η ανάσα της που σαν ρυάκι από αλκοόλ έρεε πλέον κατά μήκος όλων των αγγείων του μεθώντας και τη παραμικρή σπιθαμή της ύπαρξης του. Τα χείλη τους είχαν γίνει οι εραστές, οι ασελγοί, οι βιαστές και όλα τα υπόλοιπα όργανα τους οι αισθήσεις, οι παραισθήσεις, οι αυταπάτες, οι αλήθειες.

Ύστερα από μία πολυτάραχη σεξουαλική επαφή, οι εγκέφαλοι πάντα έρχονται να ισοπεδώσουν τον κόσμο των ηδονών, να υψώσουν ξανά τείχη, να ορίσουν νέες άμυνες ενισχυμένες γιατί σε αυτό το κόσμο κανείς δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ότι ο μεσάζων ανάμεσα στον εγκέφαλο και τα χέρια πρέπει να είναι η καρδιά. Οι καρδιές αγκαλιάζονται, αλληλοϋποστηρίζονται, αγαπιούνται ενώ οι εγκέφαλοι λογομαχούν, πολεμούν, σκοτώνουν. Οι τελευταίοι εναπομείναντες υποστηρικτές της κοσμοθεωρίας αυτής είναι οι δακτυλοδεικτούμενοι ρομαντικοί. Εκείνος ήταν ένας από αυτούς. Τώρα όμως έπρεπε να απαρνηθεί τα ιδανικά του, τώρα ήταν η ώρα να πάρουν πρωταγωνιστικό ρόλο οι εγκέφαλοι.

Όταν μερικά δευτερόλεπτα αργότερα τα χείλη τους έσπασαν τα δεσμά τους, έμειναν ακίνητοι με τα μέτωπα τους ενωμένα. Εκείνος έριξε την πρώτη βολή.

«Εύχομαι να μη σε γνώριζα ποτέ.», είπε.

«Εύχομαι να γύριζα το χρόνο πίσω.», αντέκρουσε εκείνη.

«Δεν θα άλλαζε τίποτα», ξαναχτύπησε εκείνος.

«Θα το άλλαζα εγώ», είπε κάνοντας την δειλή επίθεση της.

«Δεν θα άλλαζες εσύ», απάντησε εκείνος, αντικρούοντας με τη σειρά του, προσφέροντας της μία ουλή πολέμου.

Σήκωσε το βλέμμα της, τα μάτια της είχαν γεμίσει απορία. Πάντα την έκανε να απορεί η σιγουριά στα λόγια του και την πείραζε το ότι εκείνος είχε πάντα δίκιο. Δεν είχε κάτι να του απαντήσει. Ήταν η σειρά της να ρωτήσει, «Πάμε σιγά σιγά?».

Φτάσανε στο σταθμό του μετρό. Την χαιρέτησε στην είσοδο με κάθε τυπικότητα και κάθισε εκεί μέχρι να χαθεί από το οπτικό του πεδίο. Όταν αγαπάς κάποιον, αφού απομακρυνθείς λίγο από κοντά του, γυρνάς ασυναίσθητα το κεφάλι προς την κατεύθυνση του για να σιγουρευτείς πως είναι εκεί, πως είναι καλά. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν τα μάτια της, όταν γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του λίγο πριν οι κυλιόμενες σκάλες την απομακρύνουν.

Ύστερα, εκείνος, πήγε στην στάση του λεωφορείου, όπου αποφάσισε να περπατήσει μέχρι την επομένη στάση. Μόλις έφτασε, περπάτησε μέχρι την επομένη και ως την μεθεπομένη και την επομένη της μεθεπομένης. Συνέχισε να περπατά από στάση σε στάση, σαν αυτές να ήταν τα λιθαράκια που είχε αφήσει πίσω του και τώρα έψαχνε τον δρόμο να γυρίσει πίσω. Έπρεπε να βρει ξανά το σπίτι του, το άσυλο του. Περπάτησε δεκαπέντε στάσεις.  Από τη δεκάτη πέμπτη στάση τον χώριζαν πλέον μερικά λεπτά από το καταφύγιο του. Στα σαράντα πέντε λεπτά που ακολουθούσε τα βήματα του, κουβάλησε το κενό, συγκράτησε τα δάκρυα, βίωσε την θλίψη, γεύτηκε την πίκρα στο στόμα του, ένιωσε το ψύχος στα χεριά του. Τώρα ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

Έκλεισε την πόρτα πίσω του, πέταξε το παλτό του στην πολυθρόνα και τράβηξε προς την κουζίνα. Γύρισε στο σαλόνι, όπου έβαλε ένα ποτό και κάθισε στο καναπέ. Τα ποτά γίνανε τρία, ήταν αρκετά για να μουδιάσουν λίγο το σώμα του. Δεν χρειάζεται χειρουργική ακρίβεια για να βγάλεις κάτι από μέσα σου, η χρονικά διαδικασία είναι που πονάει περισσότερο. Ξεκούμπωσε το πουκάμισο του και άγγιξε το στήθος του. Με ένα μαρκαδοράκι άρχισε να μαρκάρει το περίγραμμα. Μόλις τέλειωσε, κατέβασε γρήγορα άλλο ένα ποτηράκι. Άφησε το ποτήρι στο τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ και άφησε το βλέμμα του να πέσει στο μαχαίρι δίπλα του, το κοίταξε με φόβο, μα και με προσμονή. Πήρε το μαχαίρι στο χέρι του και αφού το έβαλε να του ορκιστεί αιώνια σιωπή για τα γεγονότα που θα εκτυλισσόταν, το φίλησε και ξεκίνησε.

Στην αρχή έκοψε την επιδερμίδα, ευτυχώς η ζάλη από το ποτό μετρίασε αρκετά το πόνο σε αυτό το στάδιο. Ύστερα άρχισε να κόβει , να σκαλίζει όλο και πιο βαθιά. Το αίμα ανάβλυζε από την ανοιχτή πληγή, ο πόνος πλέον επεκτεινόταν σε όλο το σώμα αλλά εκείνος δεν το έβαζε κάτω, συνέχιζε να χαράζει και να σκάβει με όση δύναμη του είχε απομείνει. Η τρύπα πλέον στο στήθος του ήταν αρκετά μεγάλη για να ψηλαφήσει με τα δάχτυλα του και να βρει αυτό που έψαχνε. Έψαχνε πάνω κάτω τις κοιλίες , μπροστά και πίσω αλλά δεν κατάφερε να βρει κάτι. Τότε ξεκίνησε να την σκέφτεται. Οι σφυγμοί ανέβηκαν, τόσο που δυσκολευόταν να κρατήσει σταθερά τα δάχτυλα και πλέον έψαχνε σχεδόν στα τυφλά. Η καρδιά διοχέτευε περισσότερο αίμα, τα ρούχα του είχαν μουσκέψει από το κόκκινο υγρό, η αδρεναλίνη ανέβαινε, το αίμα έφτασε ως το στόμα του και τον έπνιξε. Πνιγόταν, έβηχε, έφτυνε αίμα αλλά ήταν αποφασισμένος, θα έβρισκε αυτό που έψαχνε και θα το ξερίζωνε, θα το έκοβε με το μαχαίρι και θα το έκρυβε κάπου που δεν θα μπορούσε ούτε ο ίδιος να το βρει, ούτε εκείνη, ούτε και η καρδιά η ίδια αν την έβγαζες έξω και την άφηνες να ψάξει… και να! το βρήκε, κάπου στη δεξιά κάτω πλευρά, το βρήκε! Ήταν εκείνο το σημείο από το οποίο ανάβλυζε περισσότερο αίμα, ζωτικό αίμα. Αρπαξε ξανά το μαχαίρι και το έκοψε. Το κράτησε στο ύψος των ματιών του, κόντρα στο φως και είδε πως όλα ήταν εκεί. Όλα ήταν εκεί, το χαμόγελο της, η φωνή της, ο τρόπος που κινούταν στο χώρο, τα μάτια της, ολόκληρη η ιδέα της ύπαρξης της ήταν εκεί. Τα είχε καταφέρει, την είχε βγάλει από μέσα του.
Έκλεισε με γρήγορες, τσαπατσούλικες κινήσεις την πληγή του. Κυριευμένος από χαρά, ελαφρύτερος απ’το βάρος βγήκε έξω και κατευθύνθηκε νότια. Λίγη ώρα αργότερα έφτασε στη θάλασσα. Κάθισε στην άκρη της προβλήτας, κοίταξε το κομμάτι της άλλη μία φορά και με μία αποφασιστική κίνηση το πέταξε με όση δύναμη μπορούσε στο νερό. Γύρισε τη πλάτη και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Καθώς το κομμάτι βυθιζόταν στο άδυτο ένα παγωμένο ρεύμα τύλιγε το σώμα του. Έσφιξε κι άλλο το κασκόλ του γύρω από το λαιμό και κρύφτηκε όσο μπορούσε μέσα στο παλτό του. Μόλις το κομμάτι ακούμπησε στον πάτο, ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του.

Σταμάτησε, κοίταξε πίσω του. «Η ζωή συνεχίζεται», είπε.