Περί μυδίων
Με μία ξαφνική κίνηση την προσπέρασε, γύρισε το κεφάλι της πίσω αφήνοντας να φανεί ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο. Της άρεσε να την πειράζει με όποιο τρόπο μπορούσε. Αυτή τη φορά επέλεξε να κάνει μια επιδεικτική προσπέραση με το ποδήλατο, πατώντας ελαφρά το φρένο και αφήνοντας ένα μικρό σύννεφο σκόνης. Εκείνη δεν θύμωσε, απλά χαμογέλασε. Τα παιχνίδια της, ήταν πάντα ευπρόσδεκτα, ακόμη κι αν μερικά την εκνεύριζαν για λίγα λεπτά. Τρελαινόταν να βλέπει την λάμψη στα μάτια της όταν γινόταν πειραχτήρι.
Συνέχισαν με τα ποδήλατα μέχρι που βρέθηκαν στην όχθη του ποταμού, τα δύο ποδήλατα ακινητοποιημένα δίπλα-δίπλα. Ο ήλιος πλησίαζε τη δύση του, αλλά ακόμα σκορπούσε τις κεχριμπαρένιες του αχτίδες στα νερά, κάνοντας τα να μοιάζουν μυθικά. Στο βάθος, το κάστρο δέσποζε στο βουνό, απ’ όπου είχαν κατέβει.
Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν με μια συνομωτική ματιά και πονηρά χαμόγελα. Το κάστρο είχε αρκετά απόμερα, ημισκότεινα μέρη που παρουσίαζαν πολύ ενδιαφέρουσες ευκαιρίες. Σε κάποια σημεία την άρπαζε από τη μέση, την τραβούσε πάνω της, στριμώχνοντας την σε κάποια γωνία φιλώντας την, παίζοντας με τη γλώσσα της, δαγκώνοντας τα χείλη της. Σε άλλα σημεία σήκωνε απότομα το φόρεμά της και έβαζε το χέρι της στο ανάμεσα στα ποδία της, ψιθυρίζοντας στο αυτί της ότι ήθελε απλά να τσεκάρει ότι είναι ακόμα υγρή και έτοιμη ανά πάσα στιγμή να την χρησιμοποιήσει όπως ήθελε. Το βλέμμα που έπαιρνε σε ανταπόκριση σε συνδυασμό με την υγρασία στο εσώρουχο της ήταν όλη η επιβεβαίωση που χρειαζόταν. Τις περισσότερες φορές έπαιρνε τον χρόνο της και έπαιζε λίγο παραπάνω μαζί της, μέχρι να ακουστούν βήματα άλλων επισκεπτών να πλησιάζουν. Έβλεπε την ντροπή στα μάτια της μην τις δουν και αυτό την αναστάτωνε ακόμη περισσότερο, δίνοντας της το θάρρος να πάρει το χέρι της μόλις την τελευταία στιγμή πριν στρίψουν στην γωνία οι επισκέπτες. Έκανε ένα βήμα πίσω και μόλις οι επισκέπτες χανόταν από το οπτικό τους πεδίο τα δάχτυλα της βρισκόταν στο στόμα της. Εκείνη δεν χρειαζόταν να πει λέξη, η εντολή ήταν ξεκάθαρη. Τα δάχτυλα έπρεπε να καθαριστούν από τα υγρά της πολύ καλά, γιατί αυτό ήταν καθήκον της.
Αργότερα, στο γρασίδι, δίπλα στο ποτάμι, τα χέρια της πέρασαν αργά στη μέση της, την τράβηξαν κοντά. Μια κίνηση που είχε τη γνωστή αυτοπεποίθηση, τον γνωστό έλεγχο. «Ξέρεις τι μου θυμίζεις;» είπε εκείνη με φωνή που ανέβαζε τη θερμοκρασία του απογεύματος. «Μύδι.»
Γύρισε απότομα το κεφάλι της, τα μάτια της έκπληκτα αλλά και περίεργα. «Μύδι;»
«Ναι. Ένα μύδι. Σκέψου το: σκληρό εξωτερικά, φαινομενικά άκαμπτο. Κάποιος που δεν σε γνωρίζει καλά, δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί την τρυφερή, ευάλωτη υφή που κρύβεται μέσα. Χρειάζεται να σε ανοίξω, να σε ξεκλειδώσω με υπομονή και επιμονή για να φτάσω στον πραγματικό σου πυρήνα. Και όταν το κάνω...» Την άγγιξε απαλά στον λαιμό, αφήνοντας τα δάχτυλά της να γλιστρήσουν αργά προς το στήθος της, «όταν το κάνω, βρίσκω το πιο γλυκό κομμάτι.»
Το πρόσωπο της άλλης κοπέλας έγινε κόκκινο, όχι από ντροπή, αλλά από την έντονη αίσθηση του να είναι απόλυτα γνωστή, να διαβάζεται σαν ανοιχτό βιβλίο. Τα μύδια δεν ήταν απλά ένα τρόφιμο που είχαν μοιραστεί σε κάποια τυχαία ταβέρνα. Ήταν εκείνη η ίδια. Πάντα προστατευμένη, πάντα κρυμμένη πίσω από τη σκληράδα της, μα μέσα της έκρυβε κάτι που μόνο εκείνη μπορούσε να φτάσει.
«Άρα, θα έλεγα ότι μου αρέσουν τα μύδια,» ψιθύρισε καθώς το βλέμμα της χαμήλωσε στο στόμα της, «ιδίως όταν ξέρω πώς να τα ανοίξω.»
Εκείνη τη στιγμή, την έσπρωξε απαλά στο έδαφος, πάνω στο μαλακό γρασίδι που ένιωθε σχεδόν μεταξένιο κάτω από το δέρμα της. Ήταν σαν να επιβεβαίωνε τη σκέψη της: το σκληρό εξωτερικό είχε παραχωρήσει τη θέση του σε κάτι πιο αληθινό, πιο εύπλαστο.
Κάθε άγγιγμα ήταν αργό, υπολογισμένο. Απολάμβανε κάθε στιγμή από την αντίσταση που ερχόταν πριν την απόλυτη παράδοση. «Ακόμα είσαι υγρή από νωρίτερα,» ψιθύρισε κοντά στο αυτί της, αφήνοντας τα δάχτυλά της να βυθιστούν εκεί όπου είχε ήδη δημιουργήσει το ρίγος της επιθυμίας. «Μα, ξέρεις τι λένε για τα μύδια... Πρέπει να τα διαχειρίζεσαι με προσοχή. Να τα ανοίγεις με τον σωστό τρόπο.»
Εκείνη αναστέναξε, τα χείλη της ανοιγμένα όσο το σώμα της, ακριβώς όπως ένα μύδι που παραδίδεται στα χέρια του πιο επιδέξιου μάγειρα. Δεν υπήρχε καμία βιασύνη. Όπως το μύδι που ανοίγεται σταδιακά με την κατάλληλη δύναμη, έτσι και εκείνη παραδόθηκε, αργά, σε κάθε κίνηση της.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια στιγμή, και υπήρχε κάτι το αρχέγονο, σχεδόν άγριο σε εκείνο το βλέμμα. Δεν ήταν απλά σεξουαλική ένταση, ήταν κάτι βαθύτερο. Σαν το ποτάμι δίπλα τους που κυλούσε ακατάπαυστα, η σχέση τους είχε βάθος που συνέχιζε να ρέει και να τους τραβά προς τα μέσα, όλο και πιο βαθιά.
«Θα σε αφήσω να μείνεις κλειστή για λίγο ακόμα», ψιθύρισε, αποσύροντας ξαφνικά τα χέρια της. Εκείνη αναστέναξε από απογοήτευση, αλλά το ήξερε καλά. Η αναμονή ήταν μέρος του παιχνιδιού.
Σαν το μύδι, θα ανοίξει μόνο όταν εκείνη το αποφασίσει.