1 min read

Η θέση της

Ήξερε τη θέση της,
ήξερε το πάτωμα,
το μπορντώ μαξιλάρι σαν σύνορο ανάμεσα στην αναμονή και την παράδοση,
ήξερε την γωνία του καναπέ,
το βάρος της τσάντας στον ώμο,
την ανάσα που δεν άφησε.
Μπήκε με σκυμμένο κεφάλι,
με βλέμμα που δεν ζητούσε επιβεβαίωση,
δεν έβγαλε το μπουφάν της,
δεν ακούμπησε το δέρμα της σε τίποτα πέρα από το ίδιο της το δέρμα,
δεν φίλησε, δεν μίλησε, δεν χαμογέλασε,
μόνο προχώρησε, έφτασε, στάθηκε —
εκεί!
Το μπορντώ μαξιλάρι στο πάτωμα σαν σημάδι, σαν κάλεσμα, σαν υπόσχεση,
το ύφασμα του απαλό, έτοιμο να υποδεχτεί το βάρος της,
στάθηκε από πάνω του, κοιτώντας το σαν να ήξερε, σαν να θυμόταν,
σαν να ήθελε —
το άγγιξε πρώτα με το βλέμμα ,
μετά με την άκρη του παπουτσιού,
ένα παιχνίδι με τον χρόνο, μια παράταση πριν την παράδοση.
Αργά, λες και η βαρύτητα την προκαλούσε, άφησε την τσάντα της να γλιστρήσει από τον ώμο,
το δέρμα της να εκτεθεί στο ψυχρό δωμάτιο,
μια μικρή έκσταση από μόνη της.
Με μια κίνηση που ήταν και τελετουργία και παραδοχή, έλυσε τα γόνατα,
η φούστα της χάιδεψε τους μηρούς,
το σώμα της διπλώθηκε,
τα χέρια της άγγιξαν μια στιγμή το πάτωμα,
τα δάχτυλα της πίεσαν το ξύλο σαν να ήθελαν να βυθιστούν μέσα του,
και μετά το κορμί της βρήκε τη θέση του στο μαξιλάρι.
Στη θέση της.
Όπου ανήκε, όπου λαχταρούσε,
εκεί που μπορούσε να μείνει γυμνή απο σκέψεις,
εκεί που κάθε κύτταρο, κάθε παλμός, κάθε μυστική της ανάγκη είχε ήδη γραφτεί στους ινώδεις ιστούς του μπορντώ υφάσματος.
Έκλεισε τα μάτια.
Αφησε την ανάσα της να βγει, να ξεφύγει, να χαθεί.
Ήξερε τη θέση της.
Και η θέση της ήξερε εκείνη.